Έλκος κερατοειδούς - Μικροβιακή κερατίτιδα

Η μικροβιακή κερατίτιδα αποτελεί μια σοβαρή λοίμωξη του κερατοειδούς χιτώνα, η οποία μπορεί να προκληθεί από διάφορους μη ιογενείς παθογόνους μικροοργανισμούς και να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια της όρασης. Οι αιτιολογικοί παράγοντες περιλαμβάνουν βακτήρια, πρωτόζωα όπως η ακανθαμοιβάδα, καθώς και μύκητες, όπως ζύμες, μούχλες και μικροσπορίδια.
Η νόσος εκδηλώνεται συνήθως με οξύ ή υποξύ πόνο, έντονη ερυθρότητα, ερεθισμό, έλκος στον κερατοειδή και φλεγμονώδες διήθημα ή απόστημα στο στρώμα του κερατοειδούς. Σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται και συλλογή πύου (υπόπυον). Η επίδραση στην όραση εξαρτάται από το μέγεθος και τη θέση του έλκους.
Επιδημιολογία
Οι μικροοργανισμοί που προκαλούν μικροβιακή κερατίτιδα διαφέρουν ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες, τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, την ύπαρξη τραυματισμού του κερατοειδούς και τη χρήση φακών επαφής.
Στα τροπικά κλίματα οι μυκητιασικές κερατίτιδες είναι συχνότερες, ιδιαίτερα σε άτομα που εργάζονται στη γεωργία και έχουν υποστεί τραυματισμό του κερατοειδούς. Στις εύκρατες χώρες, όπως η Ελλάδα, η βακτηριακή κερατίτιδα αποτελεί τη συχνότερη μορφή, χωρίς να αποκλείονται περιστατικά από ακανθαμοιβάδα ή μύκητες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συνυπάρχουν περισσότερα από ένα παθογόνα, γεγονός που δυσκολεύει τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει σαφής προδιαθεσικός παράγοντας. Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες δυτικές χώρες, η κακή χρήση των φακών επαφής αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για όλες τις μορφές μικροβιακής κερατίτιδας. Επιπλέον παράγοντες κινδύνου είναι οι παθήσεις της οφθαλμικής επιφάνειας, οι τραυματισμοί, οι προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις και η χρήση τοπικών στεροειδών κολλυρίων.
Διάγνωση
Η διάγνωση ξεκινά με τη λήψη αναλυτικού ιστορικού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσφατη χρήση φακών επαφής, σε ταξίδια στο εξωτερικό και σε πιθανούς παράγοντες κινδύνου. Η κακή υγιεινή των φακών επαφής, το κολύμπι, το ντους ή το πλύσιμο του προσώπου με φακούς επαφής, καθώς και το τραύμα του κερατοειδούς από μολυσμένο νερό ή σκόνη αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για λοίμωξη από ακανθαμοιβάδα.
Η κλινική εικόνα από μόνη της δεν αρκεί πάντα για την αναγνώριση του υπεύθυνου μικροοργανισμού. Όταν είναι εφικτό, λαμβάνονται δείγματα από τον κερατοειδή για μικροσκοπική εξέταση και καλλιέργεια. Εφόσον είναι διαθέσιμοι, αποστέλλονται επίσης για καλλιέργεια οι φακοί επαφής και το διάλυμα συντήρησής τους. Το μικροβιολογικό εργαστήριο μπορεί να πραγματοποιήσει αντιβιόγραμμα, ώστε να καθοριστεί η καταλληλότερη αντιμικροβιακή θεραπεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί βιοψία κερατοειδούς ή εξέταση με τη μέθοδο PCR για την ταυτοποίηση του παθογόνου.
Θεραπεία κερατίτιδας
Η θεραπευτική αντιμετώπιση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Ακαδημίας Οφθαλμολογίας, με στόχο την εξάλειψη της λοίμωξης και τη διατήρηση της όρασης.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Καραμπάτσας, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Επίκουρος Καθηγητής Οφθαλμολογίας, με εξειδίκευση στις παθήσεις του κερατοειδούς.